προϊδεασμός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]προϊδεασμός αρσενικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προϊδεάζω
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] προϊδεασμός
|