προϊσταμένη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η προϊσταμένη οι προϊστάμενες
      γενική της προϊσταμένης των προϊσταμένων
    αιτιατική την προϊσταμένη τις προϊστάμενες
     κλητική προϊσταμένη προϊστάμενες
Συχνά, διτυπία στον πληθυντικό: και προϊσταμένες.
Δείτε και την κλίση της μετοχής προϊστάμενος.
όπως «κατηγορουμένη» - Δείτε: μετακίνηση τόνου στο Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προϊσταμένη, θηλυκό της μετοχής ενεστώτα προϊστάμενος του ρήματος προΐσταμαι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προϊσταμένη θηλυκό (αρσενικό προϊστάμενος)

  1. αυτή που διοικεί ένα τμήμα μιας υπηρεσίας
  2. η ανώτερη νοσηλεύτρια μιας κλινικής νοσοκομείου

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]