προϊόν

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προϊόν προϊόντα
γενική προϊόντος προϊόντων
αιτιατική προϊόν προϊόντα
κλητική προϊόν προϊόντα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

προϊόν < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο της μετοχής προϊών (από το προέρχομαι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

προϊόν ουδέτερο

  1. αυτό που παράγεται (σε κάποιον τομέα της οικονομίας)
    γεωργικό προϊόν, βιομηχανικό προϊόν
  2. (μεταφορικά) το αποτέλεσμα
    η μοναξιά είναι προϊόν του σύγχρονου τρόπου ζωής


32πχ Μεταφράσεις[]