προϋπολογισμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Μετοχή
[επεξεργασία]προϋπολογισμένος, -η, -ο
- μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προϋπολογίζω
Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] προϋπολογισμένος
|
|