προύχοντας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προύχοντας προύχοντες
γενική προύχοντα προυχόντων
αιτιατική προύχοντα προύχοντες
κλητική προύχοντα προύχοντες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προύχοντας < προύχων < μετοχή του αρχαίου προὔχω ή προέχω (ξεχωρίζω, διακρίνομαι, ηγούμαι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προύχοντας αρσενικό

  1. άνθρωπος με πλούτο και ανώτερη κοινωνική θέση και δύναμη
  2. δημογέροντας, πρόκριτος, κοτζάμπασης


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]