πρωθυπολοχαγός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πρωθυπολοχαγός οι πρωθυπολοχαγοί
      γενική του πρωθυπολοχαγού των πρωθυπολοχαγών
    αιτιατική τον πρωθυπολοχαγό τους πρωθυπολοχαγούς
     κλητική πρωθυπολοχαγέ πρωθυπολοχαγοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρωθυπολοχαγός < πρωθ- + υπο- + λοχαγός.

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρωθυπολοχαγός αρσενικό

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]