πρωθύστερος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πρωθύστερος η πρωθύστερη το πρωθύστερο
      γενική του πρωθύστερου της πρωθύστερης του πρωθύστερου
    αιτιατική τον πρωθύστερο την πρωθύστερη το πρωθύστερο
     κλητική πρωθύστερε πρωθύστερη πρωθύστερο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πρωθύστεροι οι πρωθύστερες τα πρωθύστερα
      γενική των πρωθύστερων των πρωθύστερων των πρωθύστερων
    αιτιατική τους πρωθύστερους τις πρωθύστερες τα πρωθύστερα
     κλητική πρωθύστεροι πρωθύστερες πρωθύστερα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρωθύστερος < ελληνιστική κοινή πρωθύστερος < αρχαία ελληνική πρῶτος + ὕστερος

Επίθετο[επεξεργασία]

πρωθύστερος, -η, -ο

  1. (λόγιο) που μπαίνει μπροστά ή αρχικά, ενώ θα έπρεπε να έπεται
    Στα οχτώ κεφάλαια του αφηγήματος προστίθεται κι ένα ένατο, ως επίμετρο, με πρωθύστερη χρονολογία και ετεροχρονισμένο νόημα. (*)
  2. (λογοτεχνικό) (ουσιαστικοποιημένο) πρωθύστερο: σχήμα λόγου κατά το οποίο τοποθετείται αρχικά μια έννοια ή ενέργεια που λογικά έπεται

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]