Μετάβαση στο περιεχόμενο

πρωινάδικο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πρωινάδικο τα πρωινάδικα
      γενική του πρωινάδικου των πρωινάδικων
    αιτιατική το πρωινάδικο τα πρωινάδικα
     κλητική πρωινάδικο πρωινάδικα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πρωινάδικο < πρωιν(ό) + -άδικο

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pɾo.iˈna.ði.ko/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πρωινάδικο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πρωινάδικο ουδέτερο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τη λέξη πρωί

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • πρωινάδικο - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)