πρωινός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική πρωινός πρωινή πρωινό
γενική πρωινού πρωινής πρωινού
αιτιατική πρωινό πρωινή πρωινό
κλητική πρωινέ πρωινή πρωινό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πρωινοί πρωινές πρωινά
γενική πρωινών πρωινών πρωινών
αιτιατική πρωινούς πρωινές πρωινά
κλητική πρωινοί πρωινές πρωινά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρωινός < μεταγενέστερη ελληνική πρωινός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πρωινός, -ή, ό

  1. που γίνεται ή εμφανίζεται το πρωί
    πως κι έτσι πρωϊνός σήμερα;

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]