πρωταθλητής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πρωταθλητής οι πρωταθλητές
      γενική του πρωταθλητή των πρωταθλητών
    αιτιατική τον πρωταθλητή τους πρωταθλητές
     κλητική πρωταθλητή πρωταθλητές
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρωταθλητής < πρωτ- + αθλητής

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɾɔ.ta.θli.ˈtis/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρωταθλητής αρσενικό

  1. ο αθλητής ή η αθλητική ομάδα που έχει κερδίσει την πρώτη θέση σε αθλητική διοργάνωση

Μεταφράσεις[επεξεργασία]