πρωταθλητής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πρωταθλητής πρωταθλητές
γενική πρωταθλητή πρωταθλητών
αιτιατική πρωταθλητή πρωταθλητές
κλητική πρωταθλητή πρωταθλητές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πρωταθλητής < πρωτ- + αθλητής

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /pɾɔ.ta.θli.ˈtis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πρωταθλητής αρσενικό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.

32πχ Μεταφράσεις[]