πρωτεύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρωτεύω < αρχαία ελληνική πρωτεύω < πρῶτος + -εύω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

πρωτεύω αμετ. χωρίς αντικείμενο, μετ. με γεν. «πρωτεύω ρητόρων».

  1. κατατάσσομαι (αξιολογικά) στην πρώτη θέση, έρχομαι πρώτος
    Πρωτεύει στη βαθμολογία / στα διαγώνισματα / στις εξετάσεις / στα μαθήματα.
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αριστεύω, διαπρέπω, διακρίνομαι
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: πατώνω, αποτυχαίνω
  2. (γ’ ενικό) πρωτεύει: προέχει, είναι ιδιαίτερα σημαντικό
    Πρωτεύει το καθήκον προς την πατρίδα.
  3. (απρόσωπο) πρωτεύει: είναι ιδιαίτερα σημαντικό
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: επείγει
    Πρωτεύει να ολοκληρωθούν τα έργα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]