Μετάβαση στο περιεχόμενο

πρωτοβάθμιος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πρωτοβάθμιος η πρωτοβάθμια το πρωτοβάθμιο
      γενική του πρωτοβάθμιου της πρωτοβάθμιας του πρωτοβάθμιου
    αιτιατική τον πρωτοβάθμιο την πρωτοβάθμια το πρωτοβάθμιο
     κλητική πρωτοβάθμιε πρωτοβάθμια πρωτοβάθμιο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πρωτοβάθμιοι οι πρωτοβάθμιες τα πρωτοβάθμια
      γενική των πρωτοβάθμιων των πρωτοβάθμιων των πρωτοβάθμιων
    αιτιατική τους πρωτοβάθμιους τις πρωτοβάθμιες τα πρωτοβάθμια
     κλητική πρωτοβάθμιοι πρωτοβάθμιες πρωτοβάθμια
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «θαυμάσιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πρωτοβάθμιος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα πρωτοβάθμιος < μεσαιωνική ελληνική πρωτοβάθμιος (που καταλαμβάνει την πρώτη θέση) < πρωτο- + -βάθμιος (βαθμ(ός) + -ιος). Νεότερες σημασίες < γαλλική de premier degré, αγγλική primary[1]. Παραβάλετε ελληνιστική κοινή πρωτόβαθμος (πρώτης τάξης)[2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pɾo.toˈvaθ.mi.os/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πρωτοβάθμιος

Επίθετο

[επεξεργασία]

πρωτοβάθμιος, -α, -ο

  1. που κατέχει τον πρώτο και ανώτερο βαθμό μιας ιεραρχίας
    παράδειγμα πρωτοβάθμιος υπάλληλος, πρωτοβάθμιος καθηγητής
     δείτε ανώτατος, πρωτοκλασάτος και ύπατος
  2. που αποτελεί την πρώτη, ιεραρχικά κατώτερη βαθμίδα πριν από την δευτεροβάθμια
    παράδειγμα Πρωτοβάθμια εκπαίδευση  συνώνυμα: στοιχειώδης
    παράδειγμα πρωτοβάθμιο δικαστήριο  συνώνυμα: πρωτοδικείο
    παράδειγμα Πρωτοβάθμια επιτροπή: συνδικαλιστική οργάνωση

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. πρωτοβάθμιος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  2. πρωτοβάθμιος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας