πρωτοβουλία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πρωτοβουλία οι πρωτοβουλίες
      γενική της πρωτοβουλίας των πρωτοβουλιών
    αιτιατική την πρωτοβουλία τις πρωτοβουλίες
     κλητική πρωτοβουλία πρωτοβουλίες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρωτοβουλία < πρώτος + βουλή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρωτοβουλία θηλυκό

μην παίρνεις πρωτοβουλίες χωρίς να ρωτήσεις κανέναν

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ιδιωτική πρωτοβουλία: οι ενέργειες των ιδιωτών στο χώρο της οικονομίας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]