πρωτοεμφανιζόμενος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πρωτοεμφανιζόμενος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πρωτοεμφανίζομαι
Μετοχή
[επεξεργασία]πρωτοεμφανιζόμενος, -η, -ο
πρωτοεμφανιζόμενος, -η, -ο