Μετάβαση στο περιεχόμενο

πρωτοετής

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πρωτοετής η πρωτοετής το πρωτοετές
      γενική του πρωτοετούς* της πρωτοετούς του πρωτοετούς
    αιτιατική τον πρωτοετή την πρωτοετή το πρωτοετές
     κλητική πρωτοετή(ς) πρωτοετής πρωτοετές
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πρωτοετείς οι πρωτοετείς τα πρωτοετή
      γενική των πρωτοετών των πρωτοετών των πρωτοετών
    αιτιατική τους πρωτοετείς τις πρωτοετείς τα πρωτοετή
     κλητική πρωτοετείς πρωτοετείς πρωτοετή
* Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού
Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πρωτοετής < πρωτο- + -ετής

Επίθετο

[επεξεργασία]

πρωτοετής, -ής, -ές

  1. (εκπαίδευση) που σχετίζεται με το πρώτο έτος φοίτησης σε μια σχολή
  2. (ουσιαστικοποιημένο) φοιτητής ή φοιτήτρια που βρίσκονται στο πρώτο έτος της φοίτησης τους
    ※  Ἐρρέμβαζεν ἐξηπλωμένος ἐπὶ τῆς κλίνης του, ὁ Σπύρος ὁ Βεργουδής, πτωχὸς σπουδαστής, πρωτοετὴς τῆς φιλοσοφικῆς σχολῆς, ὅστις καὶ ἂν ἤθελε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν κόσμον δὲν εἶχε τὰ μέσα.
    ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ὁ Καλόγερος, 1892,

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]