Μετάβαση στο περιεχόμενο

πρωτοκουρκουσούρα

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πρωτοκουρκουσούρα < πρωτο- + κουρκουσούρα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πρωτοκουρκουσούρα θηλυκό

  • αρχικουτσομπόλα, φλύαρη
      12ος αιώνας Πτωχοπρόδρομος, ανωνύμου, (τέσσερα επαιτικά ποιήματα), Ποίημα Α', στίχ. 211 (210-211) @anemi.lib.uoc.gr
    συνήχθησαν αἱ γείτονες ὡς πρὸς παρηγορίαν,
    αἱ μανδραγοῦραι μάλιστα καὶ πρωτοκουρκουσοῦραι,
    D. C. Hesseling & Hubert Pernot (επιμ.), Poèmes prodromiques en grec vulgaire [Verhandelingender Koninklijke Akademie van Wetenschappen te Amsterdam, Afdeeling Letterkunde, Nieuwe Reeks, Deel XI, No 1], Johanes Müller, Amsterdam 1910.

Κλιτικοί τύποι

[επεξεργασία]