πρωτομαγιάτικοι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

πρωτομαγιάτικοι αρσενικό

  1. πρωτομαγιάτικος, στην ονομαστική και την κλητική του πληθυντικού

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]