πρωτοπήμων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

→ λείπει η κλίση

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρωτοπήμων < πρωτο- + πῆμα

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πρωτοπήμων

  • αυτός που πρώτος προκαλεί κακό, ο πρωταίτιος του κακού
    βροτοὺς θρασύνει γὰρ αἰσχρόμητις, τάλαινα παρακοπά πρωτοπήμων (Αισχύλος, Αγαμέμνων, στ. 222)
    γιατί το πρώτο βήμα στο άθλιο το κακό, αχρείος είναι σύμβουλος κι απομωραίνει, του ανθρώπου τα συλλογικά. (Αισχύλου Αγαμέμνων, μετάφραση Ι.Ν. Γρυπάρη, Εκδ. Οίκος Γεωργίου Φέξη, 1911) [1]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]