πρωτοπόρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πρωτοπόρος πρωτοπόρος πρωτοπόρο
γενική πρωτοπόρου πρωτοπόρου πρωτοπόρου
αιτιατική πρωτοπόρο πρωτοπόρο πρωτοπόρο
κλητική πρωτοπόρε πρωτοπόρε πρωτοπόρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πρωτοπόροι πρωτοπόροι πρωτοπόρα
γενική πρωτοπόρων πρωτοπόρων πρωτοπόρων
αιτιατική πρωτοπόρους πρωτοπόρους πρωτοπόρα
κλητική πρωτοπόροι πρωτοπόροι πρωτοπόρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρωτοπόρος < ελληνιστική κοινή πρωτοπόρος < αρχαία ελληνική πρῶτος + πόρος (2,3: σημασιολογικό δάνειο από γαλλική pionnier)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɾɔ.tɔ.ˈpɔ.ɾɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρωτοπόρος, -ος / -α, -ο

  1. που προπορεύεται, που βρίσκεται μπροστά
  2. που πετυχαίνει σε ό,τι καταπιάνεται και διακρίνεται
  3. που εφαρμόζει νέες, καινούριες τεχνικές, μεθόδους, γνώσεις ή έχει νέες ιδέες κι οι άλλοι τον ακολουθούν
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ρηξικέλευθος, καινοτόμος, πιονιέρος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρωτοπόρος αρσενικό (θηλυκό: πρωτοπόρα)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ πρωτοπόρος τὸ πρωτοπόρον οἱ, αἱ πρωτοπόροι τὰ πρωτοπόρα
Γενική τοῦ, τῆς πρωτοπόρου τοῦ πρωτοπόρου τῶν πρωτοπόρων τῶν πρωτοπόρων
Δοτική τῷ, τῇ πρωτοπόρῳ τῷ πρωτοπόρῳ τοῖς, ταῖς πρωτοπόροις τοῖς πρωτοπόροις
Αιτιατική τὸν, τὴν πρωτοπόρον τὸ πρωτοπόρον τοὺς, τὰς πρωτοπόρους τὰ πρωτοπόρα
Κλητική πρωτοπόρε πρωτοπόρον πρωτοπόροι πρωτοπόρα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική πρωτοπόρω
Γενική-Δοτική πρωτοπόροιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρωτοπόρος < αρχαία ελληνική πρῶτος + πόρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρωτοπόρος, -ος, -ον

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]