πρωτοφανής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πρωτοφανής πρωτοφανής πρωτοφανές
γενική πρωτοφανούς πρωτοφανούς πρωτοφανούς
αιτιατική πρωτοφανή πρωτοφανή πρωτοφανές
κλητική πρωτοφανή(ς) πρωτοφανής πρωτοφανές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πρωτοφανείς πρωτοφανείς πρωτοφανή
γενική πρωτοφανών πρωτοφανών πρωτοφανών
αιτιατική πρωτοφανείς πρωτοφανείς πρωτοφανή
κλητική πρωτοφανείς πρωτοφανείς πρωτοφανή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρωτοφανής < ελληνιστική κοινή πρωτοφανής < πρωτο- (< πρώτος) + -φανής (< ἒ-φαν-ην, παθητικός αόριστος του φαίνομαι)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɾɔ.tɔ.fa.ˈnis/ αρσενικό ή θηλυκό
ΔΦΑ : /pɾɔ.tɔ.fa.ˈnɛs/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πρωτοφανής, -ής, -ές

  1. που συμβαίνει για πρώτη φορά
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: πρωτόγνωρος, πρωτόφαντος, χωρίς προηγούμενο
    η κακοκαιρία αναμένεται να είναι πρωτοφανής
  2. που προκαλεί κατάπληξη και δυσαρέσκεια
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ανήκουστος, χωρίς προηγούμενο
    το έγκλημα είναι πρωτοφανές στα χρονικά

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]