πρωτόγονος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πρωτόγονος πρωτόγονη πρωτόγονο
γενική πρωτόγονου πρωτόγονης πρωτόγονου
αιτιατική πρωτόγονο πρωτόγονη πρωτόγονο
κλητική πρωτόγονε πρωτόγονη πρωτόγονο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πρωτόγονοι πρωτόγονες πρωτόγονα
γενική πρωτόγονων πρωτόγονων πρωτόγονων
αιτιατική πρωτόγονους πρωτόγονες πρωτόγονα
κλητική πρωτόγονοι πρωτόγονες πρωτόγονα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρωτόγονος < πρωτο- (< πρώτος) + γόνος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɾɔ.ˈtɔ.ɣɔ.nɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /pɾɔ.ˈtɔ.ɣɔ.ni/ θηλυκό
ΔΦΑ : /pɾɔ.ˈtɔ.ɣɔ.nɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πρωτόγονος, -η, -ο

  1. που βρίσκεται σε ένα πρώιμο στάδιο ανάπτυξης
  2. που δεν επηρεάζεται από τον πολιτισμό
  3. (μειωτικά) που δε συμβαδίζει με τον πολιτισμό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]