πρωτόγονος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πρωτόγονος < αρχαία ελληνική πρωτόγονος < πρῶτος + γόνος)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pɾoˈto.ɣo.nos/ αρσενικό
- ΔΦΑ : /pɾoˈto.ɣo.ni/ θηλυκό
- ΔΦΑ : /pɾoˈto.ɣo.no/ ουδέτερο
Επίθετο
[επεξεργασία]πρωτόγονος, -η, -ο
- που βρίσκεται σε ένα πρώιμο στάδιο ανάπτυξης
- το πρωτόγονο έχει την δυναμική της προοπτικής
- που δεν επηρεάζεται από τον πολιτισμό
- ※ λοστοί, ρασκέτες, φτυάρια περνοῦν ἀπό χέρι σέ χέρι μέ ἀστραπιαία βία καί χειρίζονται μέ πεῖρα καί γρηγοράδα, ἐνῷ ἄγριες σάν πολεμικές ἰαχές, σχεδόν πρωτόγονες, ἀκούγονται ν'ανεβαίνουν ἀπό τή γραδελάδα στήν κουβέρτα. (Κωνσταντίνος Χαρ. Κουλιανός, Υγρά Κύθηρα (διηγήματα), εκδ. Μαυρίδη, 2008, σελ. 182)
- (μειωτικό) που δε συμβαδίζει με τον πολιτισμό