Μετάβαση στο περιεχόμενο

πρωτότοκος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: πρωτοτόκος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πρωτότοκος η πρωτότοκη το πρωτότοκο
      γενική του πρωτότοκου της πρωτότοκης του πρωτότοκου
    αιτιατική τον πρωτότοκο την πρωτότοκη το πρωτότοκο
     κλητική πρωτότοκε πρωτότοκη πρωτότοκο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πρωτότοκοι οι πρωτότοκες τα πρωτότοκα
      γενική των πρωτότοκων των πρωτότοκων των πρωτότοκων
    αιτιατική τους πρωτότοκους τις πρωτότοκες τα πρωτότοκα
     κλητική πρωτότοκοι πρωτότοκες πρωτότοκα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πρωτότοκος < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική πρῶτος + τόκος (< τίκτω). Μορφολογικά αναλύεται σε πρωτό- + -τοκος

Επίθετο

[επεξεργασία]

πρωτότοκος, -η, -ο

  1. που έχει γεννηθεί πρώτος στη σειρά, ο πιο μεγάλος, o μεγαλύτερος
      20ός/21ος αιώνας Αύγουστος Κορτώ, 1979‑, Νεοελληνική Μυθολογία, αρχική δημοσίευση: (2016), εκδόσεις: Πατάκη, ISBN 9789601668079, @google.gr/books
    Κι υπάρχει και τρίτη ιστορία περί πτώσης του Ηφαίστου: ότι επειδής ο Ζευς είχε ήδη αρχίσει τα ξεπορτίσματα και η Ήρα είχε φάει τα λυσσακά της που ο άντρας της είχε γεννήσει μοναχός του την Αθηνά απʼ το κεφάλι [] αποφάσισε να του αφήσει τον πρωτότοκο γιο του σακάτη για τιμωρία, και το ʼριξε το παιδί πέναλτι στο Γάμα.
  2. (παρωχημένο) που φέρει το δικαίωμα των πρωτοτοκίων, πρωτογέννητος
  3. που γεννά για πρώτη φορά
      Στο πρώτο στάδιο του τοκετού διακρίνονται δύο φάσεις, η λανθάνουσα και η ενεργητική. Η λανθάνουσα φάση χαρακτηρίζεται από ήπιες ωδίνες της μήτρας και διαρκεί περίπου έξι ώρες στην πρωτότοκο και τέσσερις ώρες στην πολύτοκο. (Δυστοκία και μαιευτικές επιπλοκές κατά τον τοκετό ivf-embryo.gr, ανακτήθηκε στις 15/4/2023 )

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]