πρόβλεψη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρόβλεψη < (η λέξη μαρτυρείται από το 1769)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρόβλεψη θηλυκό

  1. εκτίμηση του τι πρόκειται να γίνει
  2. (συνεκδοχικά) πρόνοια, μέριμνα από πριν για πιθανά μελλοντικά γεγονότα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]