πρόβλεψη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πρόβλεψη οι προβλέψεις
      γενική της πρόβλεψης
προβλέψεως*
των προβλέψεων
    αιτιατική την πρόβλεψη τις προβλέψεις
     κλητική πρόβλεψη προβλέψεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρόβλεψη < καθαρεύουσα πρόβλεψις < προβλέπ(ω) + -σις (προβλέπ(ω) + -ση), μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική prévision ή provision[1] (η λέξη μαρτυρείται από το 1769)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpɾo.vle.psi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πρό‐βλε‐ψη

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρόβλεψη θηλυκό

  1. εκτίμηση του τι πρόκειται να γίνει
  2. (συνεκδοχικά) πρόνοια, μέριμνα από πριν για πιθανά μελλοντικά γεγονότα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]