πρόβολος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : πρόλοβος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πρόβολος πρόβολοι
γενική προβόλου προβόλων
αιτιατική πρόβολο προβόλους
κλητική πρόβολε πρόβολοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρόβολος < αρχαία ελληνική πρόβολος < προβάλλω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρόβολος αρσενικό

  1. οποιαδήποτε μόνιμη επιμήκης προεξοχή
  2. δοκάρι που στηρίζεται στη μία του άκρη
  3. στήριγμα βάθρου γέφυρας
  4. (ναυτικός όρος) ο πλάγιος ιστός που προβάλλει στην πλώρη των ιστιοφόρων με την ίδια κλίση της πλώρης.
    ο πρόβολος των ιστιοφόρων φέρει ξάρτια, προστατευτικό δίχτυ, το ακρόπρωρο ή ξόανο, τον θαλασσομάχο καθώς και μέχρι δύο προεκτάσεις.
    διπλός πρόβολος ή δίδυμος πρόβολος φέρεται από πλοία ειδικών εργασιών όπως φραγματοθέτιδες, πλοία πόντισης καλωδίων, φορτηγιδοφόρα, μεγάλα αλιευτικά κ.λπ.
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα μπομπρέσο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]