πρόκριτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πρόκριτος οι πρόκριτοι
      γενική του προκρίτου
& πρόκριτου
των προκρίτων
& πρόκριτων
    αιτιατική τον πρόκριτο τους προκρίτους
& πρόκριτους
     κλητική πρόκριτε πρόκριτοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρόκριτος, λόγια λέξη < αρχαία ελληνική πρόκριτος < προκρίνω < πρό + κρίνω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρόκριτος αρσενικό

  1. ο εκλεκτός, αυτός που έχει εκλεγεί ή αποφασιστεί πριν την τελική κρίση
  2. αιρετός τοπικός άρχοντας των χριστιανικών κοινοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
  3. ο ευγενικής καταγωγής τοπικός άρχων

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

πρόκριτος, -ος, -ον

  • που τον έχουν επιλέξει, προτιμήσει· ιδίως για κάποιον που επιλέχθηκε σε προκαταρτική διαδικασία και συμπεριλαμβάνεται στον τελικό κατάλογο των υποψηφίων

Αναφορές[επεξεργασία]

Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883