πρόναος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πρόναος οι πρόναοι
      γενική του πρόναου
προνάου
των πρόναων
προνάων
    αιτιατική τον πρόναο τους πρόναους
προνάους
     κλητική πρόναε πρόναοι
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρόναος < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρόναος αρσενικό

  • ο πρόδρομος, χώρος εισόδου πριν την κυρίως αίθουσα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]