πρόνοια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πρόνοια πρόνοιες
γενική πρόνοιας προνοιών
αιτιατική πρόνοια πρόνοιες
κλητική πρόνοια πρόνοιες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πρόνοια < αρχαία ελληνική πρόνοια < πρό + νοῦς (3.σημασιολογικό δάνειο από (γαλλικά) providence)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈpɾɔ.ni.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πρόνοια θηλυκό

  1. η φροντίδα που υπάρχει εκ των προτέρων για την κάλυψη αναγκών ή την αντιμετώπιση κινδύνων
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: μέριμνα
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: απροβλεψία, απρονοησία
  2. σύνεση
  3. η μέριμνα, ιδίως αυτή που εκδηλώνεται οργανωμένα και δημόσια, προς ανθρώπους που έχουν ανάγκη
  4. (ιστορία) έκταση γης που παραχωρούσε ο βυζαντινός αυτοκράτορας σε στρατιωτικούς ως ανταπόδοση στις υπηρεσίες τους
  5. (κυπριακή διάλεκτος, πληθυντικός) η πρόβλεψη του νόμου, του Συντάγματος κ.λπ.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[]

32πχ Μεταφράσεις[]