πρόπους

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική πρόπους πρόποδε πρόποδες
Γενική πρόποδος/
(πρόπου)
προπόδοιν προπόδων
Δοτική πρόποδ προπόδοιν πρόποσῐ(ν)
Αιτιατική πρόπουν/
πρόποδ
πρόποδε πρόποδᾰς
Κλητική πρόπου(ς) πρόποδε πρόποδες

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρόπους < πρό + πούς

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρόπους αρσενικό

  1. που έχει μεγάλα πόδια
  2. (αστρονομία) αστέρας στα «πόδια» του αστερισμού των Διδύμων
  3. υπώρεια, πρόποδες
  4. (ναυτικός όρος) η βάση του ιστίου