πρόστυλος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]πρόστυλος
- ο αποκλειστικά στηριζόμενος σε κολώνες
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πρόστυλος
|
|