πρόσφορο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πρόσφορο πρόσφορα
γενική πρόσφορου πρόσφορων
αιτιατική πρόσφορο πρόσφορα
κλητική πρόσφορο πρόσφορα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρόσφορο < προσφορά < προσφέρω < προς + φέρω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρόσφορο ουδέτερο

  1. είδος ψωμιού, με σχεδιασμένα ειδικά χριστιανικά σύμβολα, που προσφέρουν οι πιστοί στην εκκλησία για να χρησιμοποιηθεί σαν αντίδωρο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

πρόσφορο ουδέτερο

  1. πρόσφορος, στην αιτιατική του ενικού
  2. ουδέτερο του πρόσφορος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού