πρόσφυση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρόσφυση < ελληνική προσφυ (προσφύομαι) -ση

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρόσφυση θηλυκό

  1. (για αυτοκίνητα) το ποσοστό επαφής μεταξύ δρόμου και ελαστικού, που εξαρτάται από το βάρος του αυτοκίνητου, την κατάσταση του οδοστρώματος, τη μορφή και σύνθεση του ελαστικού, κλπ., κοινά κράτημα.


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]