πρόσωπο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πρόσωπο τα πρόσωπα
      γενική του προσώπου των προσώπων
    αιτιατική το πρόσωπο τα πρόσωπα
     κλητική πρόσωπο πρόσωπα
όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρόσωπο < αρχαία ελληνική πρόσωπον[1] < πρός + ὤψ < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₃okʷ- / *h₃ekʷ-

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpɾɔ.sɔ.pɔ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρόσωπο ουδέτερο

  1. (ανατομία) το μπροστινό μέρος του κεφαλιού
    Τα μάτια, η μύτη και το στόμα βρίσκονται στο πρόσωπο.
  2. άνθρωπος, άτομο
    ※  Το τραπέζι ήταν στρωμένο για δυο πρόσωπα. (Στρατής Τσίρκας, Αριάγνη)
  3. (γραμματική) γραμματικός όρος που δείχνει ποιος ενεργεί
    α' πρόσωπο (πρώτο πρόσωπο, β' πρόσωπο (δεύτερο πρόσωπο), γ' πρόσωπο (τρίτο πρόσωπο)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • το ένα χέρι νίβει το άλλο και τα δυο το πρόσωπο: για κοινά συμφέροντα οι άνθρωποι βοηθούν ο ένας τον άλλο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]