Μετάβαση στο περιεχόμενο

πρόσωπον

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
προσωπο-
ονομαστική τὸ πρόσωπον τὰ πρόσωπ
      γενική τοῦ προσώπου τῶν προσώπων
      δοτική τῷ προσώπ τοῖς προσώποις
    αιτιατική τὸ πρόσωπον τὰ πρόσωπ
     κλητική ! πρόσωπον πρόσωπ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  προσώπω
γεν-δοτ τοῖν  προσώποιν
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πρόσωπον < αβέβαιης ετυμολογίας πιθανώς από παλαιότερο τύπο *προτιωπον < προτί < προς + μηδενισμένη βαθμίδα της πρωτοελληνική *ókʷs (βλέπω) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₃ókʷs < *h₃ekʷ-
 δείτε τη λέξη ὄπωπα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πρόσωπον, -ου ουδέτερο

  1. η φυσιογνωμία κάποιου
  2. το προσωπείο, η προσωπίδα
  3. προτομή ή προσωπογραφία κάποιου
  4. τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα

Εκφράσεις

[επεξεργασία]