πρόφαση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πρόφαση προφάσεις
γενική πρόφασης
& προφάσεως
προφάσεων
αιτιατική πρόφαση προφάσεις
κλητική πρόφαση προφάσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. πρόφαση < αρχαία ελληνική πρόφασις < πρoφαίνω
  2. πρόφαση < προ + φάση (διεθνής βιολογικός όρος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρόφαση θηλυκό

  1. ψεύτικη δικαιολογία
    βρήκε μια πρόφαση για να τη συναντήσει
  2. (βιολογία): το πρώτο στάδιο διαίρεσης του πυρήνα των ευκαρυωτικών κυττάρων, που συμβαίνει μία φορά στη μίτωση και δύο φορές στη μείωση.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]