πτέραρχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πτέραρχος πτέραρχοι
γενική πτεράρχου
& πτέραρχου
πτεράρχων
& πτέραρχων
αιτιατική πτέραρχο πτεράρχους
& πτέραρχους
κλητική πτέραρχε πτέραρχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πτέραρχος < πτέρυγα (διοικητική) + -αρχος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πτέραρχος αρσενικό

  1. (στρατιωτικός όρος) ανώτατος βαθμός πολεμικής αεροπορίας

32πχ Μεταφράσεις[]