πτέραρχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πτέραρχος οι πτέραρχοι
      γενική του πτέραρχου
πτεράρχου
των πτέραρχων
πτεράρχων
    αιτιατική τον πτέραρχο τους πτέραρχους
πτεράρχους
     κλητική πτέραρχε πτέραρχοι
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πτέραρχος < πτέρυγα (διοικητική) + -αρχος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτέραρχος αρσενικό ή θηλυκό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]