Μετάβαση στο περιεχόμενο

πτέρις

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική πτέρις αἱ πτέριδες
      γενική τῆς πτέριδος τῶν πτερίδων
      δοτική τῇ πτέριδ ταῖς πτέρισ(ν)
    αιτιατική τὴν πτέριν τὰς πτέριδᾰς
     κλητική ! πτέρι πτέριδες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πτέριδε
γεν-δοτ τοῖν  πτερίδοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'ἔρις' όπως «ἔρις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Δρυόπτερις

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πτέρις < πτερόν + -ις < πέτομαι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πτέρις, -ιδος θηλυκό

  1. (φυτό) η δρυόπτερις (Aspidium filix-mas)
  2. (φυτό) το πολυπόδιο (Polypodium vulgare)
  3. (φυτό) Πτερίδιον το αέτειον (Pteris aquilina)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]