πτέρνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πτέρνα < αρχαία ελληνική πτέρνα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτέρνα θηλυκό

Εκφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πτέρνα < αρχαία ελληνική πτέρνη

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτέρνα, τῆς πτέρνης (αρχαιότερος τύπος η πτέρνη και μεταγενέστερος η πτέρνα)

  1. η φτέρνα όπως την εννοούμε σήμερα
    ὑμεῖς τὸν ἐγκέφαλον ἐν τοῖς κροτάφοις καὶ μὴ ἐν ταῖς πτέρναις καταπεπατημένον φορεῖτε (να έχετε τα μυαλά στη θέση τους,όχι ...)
  2. το πίσω μέρος του παπουτσιού (εκεί που σήμερα βρίσκεται συνήθως το τακούνι)
  3. το κατώτερο τμήμα μηχανών ή διαφόρων κατασκευών, η βάση τους
  4. περίπου το κέντρο του αρχαίου πλοίου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • πτερνίζω (κλωτσώ κάτι με τη φτέρνα, λακτίζω με το πίσω μέρος του ποδιού)