πτήση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πτήση πτήσεις
γενική πτήσης
& πτήσεως
πτήσεων
αιτιατική πτήση πτήσεις
κλητική πτήση πτήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πτήση < πετώ και πέτομαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτήση θηλυκό

  1. (φυσική), (βιολογία), (αεροπορικός όρος): η ενέργεια του πετώ, το πέταγμα στον αέρα (όχι η ρίψη αντικειμένου ή ανθρώπου, το πέταμα δηλαδή, που έχει άλλη ρίζα και διαφορετικό νόημα -προέρχεται από το πετάννυμι)
    κατά την πτήση του αεροπλάνου, πτήση ελικοπτέρου
    το πέταγμα του Ίκαρου και η πτήση του Ίκαρου
    η πτήση του αετού (του πτηνού) - αλλά: το πέταγμα του χαρταετού (σπάνια η πτήση του χαρταετού)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]