Μετάβαση στο περιεχόμενο

πτερόεις

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πτερόεις < πτερόν + -όεις.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pte.ɾó.eːs/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: πτερόεις

Επίθετο

[επεξεργασία]

πτερόεις, -εσσα, -εν

  1. αυτός που έχει φτερά, φτερωτός
    παράδειγμα πτερόεντες ὀϊστοί, πτερόεντες ἰοί, πτερόεντα πέδιλα
  2. αυτός που μοιάζει με φτερό, ελαφρύς
    παράδειγμα πτερόεντα λαισήϊα
  3. (μεταφορικά)
    1. «ἔπεα πτερόεντα» λόγια του αέρα
    2. «πτερόεις ὕμνος»
    3. «φυγὴ πτερόεσσα»
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική πτερόεις πτερόεσσ τὸ πτερόεν
      γενική τοῦ πτερόεντος τῆς πτεροέσσης τοῦ πτερόεντος
      δοτική τῷ πτερόεντ τῇ πτεροέσσ τῷ πτερόεντ
    αιτιατική τὸν πτερόεντ τὴν πτερόεσσᾰν τὸ πτερόεν
     κλητική ! πτερόεν πτερόεσσ πτερόεν
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ πτερόεντες αἱ πτερόεσσαι τὰ πτερόεντ
      γενική τῶν πτεροέντων τῶν πτεροεσσῶν τῶν πτεροέντων
      δοτική τοῖς πτερόεσῐ(ν) ταῖς πτεροέσσαις τοῖς πτεροέσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς πτερόεντᾰς τὰς πτεροέσσᾱς τὰ πτερόεντ
     κλητική ! πτερόεντες πτερόεσσαι πτερόεντ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ πτερόεντε τὼ πτεροέσσ τὼ πτερόεντε
      γεν-δοτ τοῖν πτεροέντοιν τοῖν πτεροέσσαιν τοῖν πτεροέντοιν
3η&1η κλίση, Κατηγορία 'χαρίεις' όπως «χαρίεις» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Συνηρημένοι τύποι: πτεροῦσσα, πτεροῦντος, πτεροῦντα.