πτερόν

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πτερόν < αρχαία ελληνική πτερόν

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτερόν ουδέτερο

  1. (καθαρεύουσα) το φτερό
  2. (αρχιτεκτονική) το περιστύλιο αρχαίου ναού

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πτερόν < πέτομαι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτερόν ουδέτερο

  1. φτερό
  2. πτερύγιο

Σύνθετα[επεξεργασία]