πτηνό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πτηνό πτηνά
γενική πτηνού πτηνών
αιτιατική πτηνό πτηνά
κλητική πτηνό πτηνά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πτηνό < αρχαία ελληνική πτηνόν < πέτομαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτηνό ουδέτερο

  1. το πτηνό και στον πληθυντικό τα πτηνά, είναι είδος ωοτόκου σπονδυλωτού ζώου με δύο πόδια, ράμφος και φτερά
  2. οι Νήσοι των Πτηνών είναι τα νησιά Άβες (Aves) και το ομώνυμο αρχιπέλαγος στην Καραϊβική

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]