πτυχή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | πτυχή | οι | πτυχές |
| γενική | της | πτυχής | των | πτυχών |
| αιτιατική | την | πτυχή | τις | πτυχές |
| κλητική | πτυχή | πτυχές | ||
| Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πτυχή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πτυχή[1] < πτύσσω (διπλώνω)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ptiˈçi/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πτυ‐χή
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πτυχή θηλυκό
- η αναδίπλωση μιας επιφάνειας ώστε (σχεδόν) να ακουμπήσει η μία πλευρά της στην άλλη. Η κάμψη ενός ελαστικού υλικού, όπως το ύφασμα, ή σκληρού, όπως του γήινου φλοιού (όταν αυτός υφίσταται τεράστιες πιέσεις και κάμπτεται).
οι πτυχές (και πτυχώσεις) του εδάφους, οι γκρεμοί, τα φαράγγια, η χαράδρες- ※ Ψέμματα ἦσαν τὰ λόγια· μὰ τοῦτα δῶ , τί εἶνε τοῦτα δῶ ; Ψέμματα; Καὶ ὁ Κίτσος μέσα ἀπὸ μίαν πτυχὴν τοῦ σελαχίου του ἀνέσυρε τὴν ἐρωτικὴν ἐπιστολὴν τῆς Χρυσαυγῆς , τὴν ὁποίαν τοῦ εἶχε παραδώσει ἡ Θυμιοῦλα. Καί δεικνύων εἰς αὐτήν τήν ἔνοχον ἐπιστολήν: - Εἶνε καί τοῦτο ψέμματα; ἠρώτησε. (Κίτσος και Λαφαζάνης, πρωτότυπον ιστορικόν μυθιστόρημα, Εν Αθήναις, Αναγνωστόπουλος και Πετράκος, ἐκδόται, 1910, σελ. 210)
- (μεταφορικά) πλευρά ή όψη ενός γεγονότος, ιστορίας ή θέματος
αυτό αποτελεί μια αθέατη πτυχή του προβλήματος
η συνέντευξη φώτισε μια άγνωστη πτυχή της ζωής του- ※ Παρουσιάζεται παντοῦ, ἔχει γνώμη γιὰ ὅλα, δημοσιοποιεῖ τὴν προσωπικὴ ζωή του, διοχετεύει στὴν δημοσιότητα πτυχὲς πραγμάτων ποὺ τὸν συμφέρουν, συνδυάζει καταστροφική ἐπιπολαιότητα καὶ κινητικότητα, ἐξάπτει τὴν παραδημοσιογραφία καὶ τελικὰ χαμηλώνει τὴν πολιτικὴ πράξη σὲ ἐπίπεδο κουτσομπολιοῦ, «διαρροῶν» καὶ παντοειδῶν «καρφωμάτων». (Ευθύνη, τεύχος 225, Βιβλιοπωλείο Οι Εκδόσεις των Φίλων, 1990)
- (γεωλογία) ειδική δομή (κατηγοριοποιείται ανάλογα με το μηχανισμό γένεσής της π.χ. γνήσια ή μη γνήσια πτυχή)
- (ανατομία) αναδίπλωση του δέρματος ή εσωτερικού οργάνου
οι φωνητικές πτυχές
η αυχενική πτυχή
η νηστιδοδωδεκαδακτυλική πτυχή
- (πληθυντικός) οι μορφές της τέχνης
«ύμνων πτυχαί» λέγονταν παλαιότερα οι διάφορες μορφές ποίησης
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]- δίπτυχος, τρίπτυχος, τετράπτυχος κλπ.
- πολύπτυχος
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- αθέατη πτυχή
- άγνωστη πτυχή
- καινούρια πτυχή
- κρυφή πτυχή
- σκοτεινή πτυχή
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αναδίπλωση
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ πτυχή - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Γεωλογία (νέα ελληνικά)
- Ανατομία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)