Μετάβαση στο περιεχόμενο

πτόλις

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
επική κλίση
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική πτόλῐς αἱ πτόλεις
      γενική τῆς πτόλῐος τῶν/τάων πτόλεων
      δοτική τῇ πτόλει ταῖς πτόλεσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν πτόλῐν τὰς πτόλεις
     κλητική ! πτόλῐ πτόλεις
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πτόλει
γεν-δοτ τοῖιν  πτολέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'πόλις' όπως «πόλις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πτόλις < Ομηρική ποιητική λέξη αντί πόλις. Παραβάλετε πτόλεμος.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ptó.lis/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: πτόλῐς

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πτόλις, -ιος θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]