πυελίτιδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πυελίτιδα πυελίτιδες
γενική πυελίτιδας πυελίτιδων
αιτιατική πυελίτιδα πυελίτιδες
κλητική πυελίτιδα πυελίτιδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πυελίτιδα < πύελος + -ίτιδα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πυελίτιδα θηλυκό

  1. * (ιατρική) φλεγμονή της πυέλου


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]