πυθμένας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πυθμένας πυθμένες
γενική πυθμένα πυθμένων
αιτιατική πυθμένα πυθμένες
κλητική πυθμένα πυθμένες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πυθμένας < αρχαία ελληνική πυθμήν

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πυθμένας αρσενικό

  1. ο πάτος, το κάτω μέρος δοχείου ή δεξαμενής

32πχ Μεταφράσεις[]