πυθμένας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πυθμένας πυθμένες
γενική πυθμένα πυθμένων
αιτιατική πυθμένα πυθμένες
κλητική πυθμένα πυθμένες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πυθμένας < αρχαία ελληνική πυθμήν

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /piθ.ˈmɛ.nas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πυθμένας αρσενικό

  1. ο πάτος, το κάτω μέρος δοχείου ή δεξαμενής

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]