πυκνοφυτεμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Μετοχή
[επεξεργασία]πυκνοφυτεμένος, -η, -ο
- μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πυκνοφυτεύω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πυκνοφυτεμένος
|
|
πυκνοφυτεμένος, -η, -ο
|
|