πυκνός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | πυκνός | η | πυκνή | το | πυκνό |
| γενική | του | πυκνού | της | πυκνής | του | πυκνού |
| αιτιατική | τον | πυκνό | την | πυκνή | το | πυκνό |
| κλητική | πυκνέ | πυκνή | πυκνό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | πυκνοί | οι | πυκνές | τα | πυκνά |
| γενική | των | πυκνών | των | πυκνών | των | πυκνών |
| αιτιατική | τους | πυκνούς | τις | πυκνές | τα | πυκνά |
| κλητική | πυκνοί | πυκνές | πυκνά | |||
| Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πυκνός < αρχαία ελληνική πυκνός
Προφορά
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]πυκνός,-ή,-ό
- που έχει μεγάλη ποσότητα από κάτι σε περιορισμένο χώρο και συνήθως είναι πολύ κοντά το ένα στο άλλο
- Το δάσος αυτό είναι πολύ πυκνό. (έχει πολλά δέντρα και το ένα πολύ κοντά στο άλλο)
- ※ Αυτές οι σοκολατερί της Αθήνας φτιάχνουν την τέλεια ζεστή σοκολάτα. Πυκνή, παχύρρευστη, γλυκόπικρη ή πιο γλυκιά, μαύρη, γάλακτος, λευκή, βιενουά, με ρούμι ή με πιπέρι καγιέν, η ζεστή σοκολάτα είναι συνώνυμη με τη χειμωνιάτικη θαλπωρή. (www.kathimerini.gr, 10.01.2024)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πυκνός
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]πυκνός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *puk
Επίθετο
[επεξεργασία]πυκνός (αιολικός τύπος : πύκνος)
Πηγές
[επεξεργασία]- πυκνός - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- πυκνός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.