πυκνός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πυκνός πυκνή πυκνό
γενική πυκνού πυκνής πυκνού
αιτιατική πυκνό πυκνή πυκνό
κλητική πυκνέ πυκνή πυκνό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πυκνοί πυκνές πυκνά
γενική πυκνών πυκνών πυκνών
αιτιατική πυκνούς πυκνές πυκνά
κλητική πυκνοί πυκνές πυκνά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πυκνός < αρχαία ελληνική πυκνός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /piknɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πυκνός,-ή,-ό

  1. που έχει μεγάλη ποσότητα από κάτι σε περιορισμένο χώρο και συνήθως είναι πολύ κοντά το ένα στο άλλο
    Το δάσος αυτό είναι πολύ πυκνό. (έχει πολλά δέντρα και το ένα πολύ κοντά στο άλλο)

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πυκνός < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *puk

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πυκνός (αιολικός τύπος: πύκνος)

  1. πυκνός