πυκνός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική πυκνός πυκνή πυκνό
γενική πυκνού πυκνής πυκνού
αιτιατική πυκνό πυκνή πυκνό
κλητική πυκνέ πυκνή πυκνό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πυκνοί πυκνές πυκνά
γενική πυκνών πυκνών πυκνών
αιτιατική πυκνούς πυκνές πυκνά
κλητική πυκνοί πυκνές πυκνά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πυκνός < αρχαία ελληνική πυκνός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /piknɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[]

πυκνός,-ή,-ό

  1. που έχει μεγάλη ποσότητα από κάτι σε περιορισμένο χώρο και συνήθως είναι πολύ κοντά το ένα στο άλλο
    Το δάσος αυτό είναι πολύ πυκνό. (έχει πολλά δέντρα και το ένα πολύ κοντά στο άλλο)

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πυκνός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[]

πυκνός (αιολικός τύπος: πύκνος)

  1. πυκνός