πυλωρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πυλωρός οι πυλωροί
      γενική του πυλωρού των πυλωρών
    αιτιατική τον πυλωρό τους πυλωρούς
     κλητική πυλωρέ πυλωροί
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πυλωρός < αρχαία ελληνική πυλωρός < πύλη + ὁράω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πυλωρός αρσενικό

  1. φύλακας, θυρωρός
  2. (ιατρική) το τελευταίο τμήμα του στομάχου, πριν την είσοδο της τροφής στο δωδεκαδάκτυλο
  3. εσφαλμένη γραφή για το ναυτιλιακό όργανο πελόρους (αγγλ. pelorus)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]