πυλωρός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | πυλωρός | οι | πυλωροί |
| γενική | του | πυλωρού | των | πυλωρών |
| αιτιατική | τον | πυλωρό | τους | πυλωρούς |
| κλητική | πυλωρέ | πυλωροί | ||
| Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πυλωρός <
- * για την ανατομία: (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πυλωρός (αρχαία σημασία: φύλακας, φρουρός πύλης) < πύλ(η) + -ωρός
- * για την πληροφορική: (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πυλωρός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική gatekeeper
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πυλωρός αρσενικό
- (ανατομία) το τελευταίο τμήμα του στομάχου, πριν την είσοδο της τροφής στο δωδεκαδάκτυλο
- (πληροφορική, αγγλικά: gatekeeper) ειδική κατηγορία παρόχου υπηρεσιών πλατφόρμας[1]
Συγγενικά
[επεξεργασία]→ και δείτε τη λέξη πύλη
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
πυλωρός στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] όρος πληροφορικής
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Κανονισμός (ΕΕ) 2022/1925 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (Σύνοψη: «Πράξη για τις Ψηφιακές Αγορές»)
Πηγές
[επεξεργασία]- πυλωρός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- πυλωρός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|
| πῠλωρο- | |||||
| ονομαστική | ὁ/ἡ | πυλωρός | οἱ/αἱ | πυλωροί | |
| γενική | τοῦ/τῆς | πυλωροῦ | τῶν | πυλωρῶν | |
| δοτική | τῷ/τῇ | πυλωρῷ | τοῖς/ταῖς | πυλωροῖς | |
| αιτιατική | τὸν/τὴν | πυλωρόν | τοὺς/τὰς | πυλωρούς | |
| κλητική ὦ! | πυλωρέ | πυλωροί | |||
| δυϊκός | |||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | πυλωρώ | |||
| γεν-δοτ | τοῖν | πυλωροῖν | |||
| Σπάνια κοινού γένους: και θηλυκό «η φύλακας». | |||||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ἰατρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | |||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πυλωρός αρσενικό (και θηλυκό
- φύλακας, θυρωρός
- και ως θηλυκό ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Εὐριπίδης, Ἰφιγένεια ἐν Ταύροις, στίχ. 1153
- ἡ πυλωρός δωμάτων γυνή
- και ως θηλυκό ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Εὐριπίδης, Ἰφιγένεια ἐν Ταύροις, στίχ. 1153
- (ελληνιστική σημασία)
| ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση) δε μαρτυρείται δυϊκός αριθμός αρσενικό ή θηλυκό | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ ἡ |
πυλωρός | οἱ αἱ |
πυλωροί | ||||
| γενική | τοῦ τῆς |
πυλωροῦ | τῶν | πυλωρῶν | ||||
| δοτική | τῷ τῇ |
πυλωρῷ | τοῖς ταῖς |
πυλωροῖς | ||||
| αιτιατική | τὸν τὴν |
πυλωρόν | τοὺς τὰς |
πυλωρούς | ||||
| κλητική ὦ! | πυλωρέ | πυλωροί | ||||||
| δυϊκός | ||||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | πυλωρώ | ||||||
| γεν-δοτ | τοῖν | πυλωροῖν | ||||||
| Αρσενικό στη σημασία: πυλωρός στο στομάχι. Θηλυκό στη σημασία: πυλωρός, οστό της μήτρας. | ||||||||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Παράγωγα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- πυλωρός, πυλαωρός - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- πυλωρός, πυλαωρός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
- πυλωρός σελ.6349-6350 - ⌘ Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964) Μέγα λεξικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, 1930-1950. 2η έκδοση:1964. Αθήνα: Εκδόσεις: Δομή (15 τόμοι) & επανεκδόσεις, 1η έκδοση:1953 (9 τόμοι) Ελληνική Παιδεία. (συντομογραφίες & συγγραφέων)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ωρός (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ανατομία (νέα ελληνικά)
- Πληροφορική (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'ναός' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης κοινού γένους (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά κοινού γένους (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά κοινού γένους οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' κοινού γένους (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ωρός (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ευριπίδη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Ελληνιστική σημασία για αρχαίες λέξεις
- Ανατομία (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά ή θηλυκά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά αρσενικά ή θηλυκά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά οξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' αρσενικά ή θηλυκά (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις οξύτονες (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά με πολλαπλά γένη και σημασίες (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)