πυρίτιδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πυρίτιδα πυρίτιδες
γενική πυρίτιδας πυριτίδων
& πυρίτιδων
αιτιατική πυρίτιδα πυρίτιδες
κλητική πυρίτιδα πυρίτιδες
κόκκοι πυρίτιδας

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πυρίτιδα < ελληνιστική κοινή πυρίτης < πῦρ < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *peh₂ur

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πυρίτιδα θηλυκό

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]