πυρίτιδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πυρίτιδα οι πυρίτιδες
      γενική της πυρίτιδας των πυριτίδων
πυρίτιδων
    αιτιατική την πυρίτιδα τις πυρίτιδες
     κλητική πυρίτιδα πυρίτιδες
Κατηγορία όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
κόκκοι πυρίτιδας

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πυρίτιδα < ελληνιστική κοινή πυρίτης < πῦρ < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *peh₂ur

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πυρίτιδα θηλυκό

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]