πυραμίδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πυραμίδα οι πυραμίδες
      γενική της πυραμίδας των πυραμίδων
    αιτιατική την πυραμίδα τις πυραμίδες
     κλητική πυραμίδα πυραμίδες
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πυραμίδα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πυραμίς
(όρος δομής) < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική pyramid < λατινική pyramis < αρχαία ελληνική πυραμίς[1]
Το στερεό πυραμίδα
Πυραμίδες χτισμένες στην Αίγυπτο

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pi.ɾaˈmi.ða/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πυ‐ρα‐μί‐δα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πυραμίδα θηλυκό

  • (γεωμετρία) το γεωμετρικό στερεό που έχει τριγωνική ή τετράγωνη βάση και τριγωνικές πλευρές
  • (αρχιτεκτονική) κτίσμα που μοιάζει με το ομώνυμο γεωμετρικό στερεό
  • δομή που είναι ευρύτερη στη βάση της και στενότερη στην κορυφή της
    η κοινωνική πυραμίδα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]